Ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου

Ὁ ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰώνα στὰ Πάταρα, μία πόλη κτισμένη κοντά στις ἐκβολὲς τοῦ Ποταμοῦ Ξάνθου, ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Ἐπιφάνιο καὶ τὴ Νόννα, γνωστοὺς γιὰ τὴν εὐγένεια τῆς καταγωγῆς τους σὲ ὅλη τὴ Λυκία, νοτιοδυτικὴ ἐπαρχία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἦταν ἐξαιρετικὰ προσεκτικὸς στὶς συναναστροφές του καὶ ὁ βίος του ἦταν ἀκριβὴς καὶ ἐνάρετος, τὸ δὲ ἦθος του, σταθερὸ καὶ γεροντικό. Μὲ τὴ γνώμη, λοιπόν, τοῦ θείου του, ἀδελφοῦ τοῦ πατέρα του, ποὺ ὀνομαζόταν κι αὐτὸς Νικόλαος καὶ ἦταν ἀρχιερέας τῆς ἐπαρχίας τῶν Μύρων (πρωτεύουσα τῆς Λυκίας καὶ ἕδρα ἀρχιεπισκοπῆς), ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σὲ ἡλικία μόλις 19 ἐτῶν. Ὁ ἀρχιερέας τῶν Μυρέων, βλέποντας τὴν ἐνάρετη ψυχὴ τοῦ νέου, εἶπε τὰ ἀκόλουθα προφητικὰ λόγια: «Αὐτὸς θὰ γίνῃ εὐεργετικὴ παρηγοριὰ τῶν πενθούντων, θὰ ποιμάνῃ ψυχὲς θεάρεστα, θὰ ἀνακαλέσῃ πλανημένους στὸν ὀρθὸ δρόμο της πίστεως καὶ θὰ ἀποδειχθῇ γιὰ ὅλους σωτήρας στοὺς κινδύνους».

Ὡς ἱερέας, καὶ ἀργότερα ὡς ἀρχιεπίσκοπος, ὁ Νικόλαος ἀγωνιζόταν μὲ ἀγρυπνίες καὶ προσευχὲς νὰ διατηρήσῃ καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη τὴν ἱερωσύνη του καὶ ἐκοπίαζε νὰ μιμηθῇ μὲ τοὺς ἀγῶνες του τοὺς ἀγγέλους. Ἦταν παρθένος καὶ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ κατὰ τὸ σῶμα, δίκαιος, μετριόφρων, πρᾶος, ξένος πρὸς κάθε κενοδοξία, φιλάνθρωπος, καὶ πολλοὺς εἶχε ἀπαλλάξει ἀπὸ διάφορες βιοτικὲς συμφορές. Δὲν ἄνοιγε ποτὲ τὰ χέρια του γιὰ νὰ πάρῃ χρήματα, ἐνῶ ἀντίθετα, τά εἶχε ἀνοικτὰ γιὰ ὅποιον εἶχε ἀνάγκη, ἐφαρμόζοντας τὸ ρητὸ τῆς ἁγίας Γραφῆς: «πλοῦτος ἐὰν ρέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν» (Ψαλ. ξα΄11) καὶ «ἐλεημοσύναι καὶ πίστεις μὴ ἐκλιπέτωσάν σε, καὶ μὴ ἀπόσχῃ εὖ ποιεῖν ἐνδεῆ» (Παρ. γ΄27). Καὶ ὅταν οἱ γονεῖς του ἔφυγαν ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο, ἀφήνοντάς τον μοναδικὸ κληρονόμο τους, δὲν ἔστρεψε ἀμέσως τὴν προσοχή του στὴν περιουσία τῶν γονέων του, ὅπως θὰ ἔκανε κάθε φιλοχρήματος, ἀλλὰ ἀπαγόρευσε στὸν ἑαυτό του κάθε κοσμικὴ ἐπιθυμία καὶ φρόντιζε νὰ συνεχίζῃ τὴν ἀσκητική του ζωὴ ἀκριβῶς ὅπως τήν ξεκίνησε.

Φρόντιζε γιὰ τὸν λαὸ περισσότερο ἀπ’ ὅσο οἱ ἄλλοι γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους, μὲ θλίψη γιὰ τὶς πτώσεις τῶν λογικῶν του προβάτων καὶ μὲ ανησυχία γιὰ ὅσους ἔστεκαν ὀρθοί· καὶ καθὼς μοναδικὴ εὐτυχία γι’ αὐτὸν ἦταν ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν, τὰ ἔργα καὶ οἱ λόγοι του καὶ γενικῶς ὅλη ἡ ζωή του ἦταν ἀφιερωμένα στὸν σκοπὸ αὐτό. Οἱ νύκτες τόν εὕρισκαν νὰ προσεύχεται, διότι ἡ «μέριμνα τῶν ἐκκλησιῶν» (Β΄ Κορ. ια΄18), ποὺ εἶχε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἀναπαύεται. Καὶ λάμβανε εἰδικὴ μέριμνα στὸ νὰ ἀποκρύπτῃ ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τὶς πολλὲς ἀγαθοεργίες του, ἀγωνιζόμενος νὰ ἀποφεύγῃ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν κίνδυνο τῆς κενοδοξίας καὶ ἀποβλέποντας μόνο στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ὑπακοὴ στὶς ἐντολές Του.

Ἐκοιμήθη πλήρης ἡμερῶν, μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, τὴν 6η Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 330. Τὸ τίμιο σῶμα του ἐνταφιάστηκε ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους καὶ ὅλο τὸν κλῆρο μὲ λαμπρὲς τιμὲς στὸν ναὸ τῶν Μύρων, ὅπου ὑπάρχει μέχρι σήμερα ὁ τάφος του, καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια ἀνέβλυζε μύρο θεραπευτικὸ τῶν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ἀσθενειῶν.

—–––

Πηγές: 

  1. Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, Βίος καὶ πολιτεία καὶ μερικὴ θαυμάτων διήγησις τοῦ ἐν θαύμασι περιωνύμου Νικολάου, Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίων Ἐπαρχίας, P.G. 116, 317-356.
  2. Λαγγῆ Ματθαίου, Ὁ Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 19935 , τομ. ΙΒ΄, σσ 207-229.
  3. Ἱεροῦ Κελλίου Ἁγ. Νικολάου Μπουραζέρη, Ὁ Μυροβλύτης Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Μύρων Ἅγιος Νικόλαος ὁ Θαυματουργός, ἐκδ. Κάλαμος, 19992.